βάλανος

βάλανος
Grammatical information: f.
Meaning: `acorn, fruit like -, date', and objects like -, i. e. `stopper'; also name of a fish (Od.).
Derivatives: βαλάνιον `acorn-drink' (Nicoch.), `Stuhlzäpfchen' (Mediz.), βαλανίς `stopper' (Hp., pap.), βαλανῖτις `kind of chestnut' (Redard, Noms grec en -της 53 and 70). βαλανωτός `fastened with a β.' (Parm.), βαλανώδης, βαλάνινος `made of dates' (Thphr.), βαλανηρός `like a -' (Thphr.). Verbs: 1. βαλανίζω `shake off - ' (AP, Zen.), `administer a suppository' (Hp.); 2. βαλανόω `fasten with -' (Ar.).
Origin: IE [Indo-European] [472] *gʷlh₂- `acorn'
Etymology: Old IE word. Nearest is Arm. kaɫin, gen. kaɫnoy `acorn' with suffix -eno-, but *gʷl̥h₂-eno- ( \> βάλανος) would give -an- also in Arm. (so analog.); with dental suffix Lat. glans, -ndis (*gʷlh₂-nd-), Russ.-ksl. želudь (\< *zelǫdь \< *gʷlh₂-and-), Alb. lênd m., Tosc. lëndë f. `acorn'. A different formation in Baltic, e. g. Lith. gìlė \< *gʷl̥h₂-ii̯ā `acorn'. - Not to βάλλω which has h₁.
Page in Frisk: 1,213

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βάλανος — acorn fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάλανος — (balanus). Γένος θυσανοπόδων μαλακίων της οικογένειας των βαλανιδών. Ζουν κολλημένα στους βράχους ή επάνω σε όστρακα διαφόρων μαλακίων, σε όλες τις θάλασσες, ακόμη και στις λιμνοθάλασσες. Ορισμένα είδη βρίσκονται και στις ελληνικές ακτές. Συνήθως …   Dictionary of Greek

  • βάλανος — [валанос] ουσ. а. жолудь …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • βάλανος — η 1. το βαλανίδι. 2. η κεφαλή του πέους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Βάλανος, Γεώργιος — Αγωνιστής του 1821. Πήρε μέρος σε όλες τις πολιορκίες του Μεσολογγίου υπό τις διαταγές του στρατηγού Δημήτρη Μακρή …   Dictionary of Greek

  • βαλάνοις — βάλανος acorn fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλάνοισι — βάλανος acorn fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλάνοισιν — βάλανος acorn fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλάνου — βάλανος acorn fem gen sg βαλανόω fasten with a pres imperat act 2nd sg βαλανόω fasten with a imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλάνους — βάλανος acorn fem acc pl βαλανόω fasten with a imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλάνων — βάλανος acorn fem gen pl βαλανόω fasten with a imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) βαλανόω fasten with a imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.